Συνεργασία σε αστικές υποθέσεις

Η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο της Κοινότητας από το 1999 και αποσκοπεί στη στενή συνεργασία των κρατών μελών για την ελαχιστοποίηση των εμποδίων που ανακύπτουν εξαιτίας των διαφορετικών νομικών συστημάτων.

Ο σκοπός που επιδιώκεται μέσω της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις είναι η καθιέρωση στενής συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών, ώστε να εξαλειφθούν τα τυχόν εμπόδια που οφείλονται στις ασυμβατότητες των διαφόρων νομικών και διοικητικών συστημάτων.

Η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, την οποία αρχικά καθόριζαν διεθνείς συμβάσεις, συμπεριελήφθη στη Συνθήκη του Μάαστριχτ ως «θέμα κοινού ενδιαφέροντος», και στη συνέχεια στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), στην οποία συνδέθηκε με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και τέθηκε σε επίπεδο Κοινότητας.

Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε το 1999 στο Tampere αναφέρεται ότι «σε έναν γνήσιο Ευρωπαϊκό Χώρο Δικαιοσύνης ιδιώτες και επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να εμποδίζονται ή να αποθαρρύνονται από την άσκηση των δικαιωμάτων τους λόγω της μη συμβατότητας ή της πολυπλοκότητας των νομικών και διοικητικών συστημάτων των κρατών μελών». Επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση για τη δημιουργία ενός γνήσιου χώρου δικαιοσύνης «όπου οι πολίτες μπορούν να έχουν την έννομη προστασία των δικαστηρίων και των αρχών οποιουδήποτε κράτους μέλους τόσο εύκολα όσο και στη χώρα τους». Η δέσμευση αυτή επιβεβαιώθηκε εκ νέου στο Πρόγραμμα της Χάγης το 2004 με σκοπό την ενίσχυση της δικαιοσύνης, καθώς και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο επονομαζόμενο Πρόγραμμα της Στοκχόλμης το 2009.

Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας. Ο στόχος είναι οι δικαστικές αποφάσεις να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος χωρίς κανένα άλλο ενδιάμεσο στάδιο, δηλαδή να καταργηθεί η διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας (exequatur).

Μπορείτε να συμβουλευθείτε τις σχετικές υποσελίδες για να βρείτε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:

Η καλύτερη συνεργασία των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών αποτελεί κύρια αρχή του Ευρωπαϊκού Οδηγού Νομικής Εμπειρογνωμοσύνης ο οποίος είναι το αποτέλεσμα πολυετούς εργασίας δικαστών, δικηγόρων, πανεπιστημιακών και εμπειρογνωμόνων υπό την καθοδήγηση του European Expertise and Expert Institute (EEEI).

Ο Οδηγός προσφέρει συστάσεις-πλαίσια οι οποίες είναι δυνατόν να προσαρμοστούν από κάθε κράτος μέλος και κάθε δικαστικό σύστημα, εξασφαλίζοντας ποιότητα και χρήσιμες πρακτικές στον τομέα της δικαστικής εμπειρογνωμοσύνης. Περιέχει συστάσεις ορθής πρακτικής για τις διαδικασίες εμπειρογνωμοσύνης, την πιστοποίηση, τη δεοντολογία και το καθεστώς και τη δημιουργία του ευρωπαϊκού καταλόγου εμπειρογνωμόνων. Μέρος των εν λόγω συστάσεων μπορούν ήδη να εφαρμοστούν από εμπειρογνώμονες, ιδίως: η δήλωση ανεξαρτησίας στην αρχή κάθε αξιολόγησης εμπειρογνώμονα, η αγορά ασφάλισης, η πρακτική της σύνταξης ενός σχεδίου έκθεσης και η σύνταξη μιας δομημένης έκθεσης.

Ο οδηγός διατίθεται σε έκδοση PDF στις ακόλουθες γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/05/2016

Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.
Η Επιτροπή επικαιροποιεί επί του παρόντος μέρος του περιεχομένου του ιστοτόπου λόγω της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.