Αίτηση δικαστικής συνδρομής

Οι αιτήσεις δικαστικής συνδρομής διαβιβάζονται από δικαστή ή εισαγγελέα ενός κράτους μέλους (ΚΜ) σε δικαστή ή εισαγγελέα άλλου κράτους μέλους.

Αμοιβαία δικαστική συνδρομή

Το πρώτο ευρωπαϊκό μέσο που ρύθμιζε θέματα σχετικά με αιτήσεις αυτού του είδους ήταν η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1959 και το Πρωτόκολλο του 1978 και, αργότερα, η Σύμβαση του 1990. Το 2000, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέγραψαν Σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων προς συμπλήρωση και διευκόλυνση της εφαρμογής αυτών των συμβάσεων. Η σύμβαση του 2000 ενισχύθηκε το 2001 από Πρωτόκολλο, το οποίο επικεντρώνεται στην αμοιβαία νομική συνδρομή για πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς ή τραπεζικές συναλλαγές.

Δυνάμει της συμβάσεως του 2000, παρέχεται αμοιβαία συνδρομή για:

  • ποινικές διαδικασίες,
  • διαδικασίες που κινούνται από διοικητικές αρχές όταν η απόφαση μπορεί να δικαιολογήσει προσφυγή ενώπιον ποινικού δικαστηρίου,
  • διαδικασίες που αφορούν αδικήματα ή παραβάσεις τα οποία συνεπάγονται ευθύνη νομικού προσώπου (εταιρείας ή φορέα, όχι «προσώπου») στο αιτούν κράτος μέλος.

Η συνεργασία μπορεί να πραγματοποιείται μέσω «αυθόρμητης» ανταλλαγής πληροφοριών ή κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους. Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι αιτήσεις θα πρέπει να διαβιβάζονται απ’ευθείας μεταξύ των δικαστικών αρχών που είναι κατά τόπον αρμόδιες για την υποβολή και τη διεκπεραίωσή τους και να επιστρέφονται δια της αυτής οδού. Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να συμμορφώνεται προς τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που υπέδειξε ρητά το αιτούν κράτος μέλος. Για να διευκολυνθεί η στενότερη συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, των δικαστικών αρχών και των λοιπών αρμόδιων αρχών, η Σύμβαση του 2000 προβλέπει τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων όπως η εικονοδιάσκεψη, η τηλεφωνική συνδιάλεξη και η παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών.

Αμοιβαία αναγνώριση

Από το 2001 τα κράτη μέλη συνεργάζονται όλο και περισσότερο χρησιμοποιώντας μέσα τα οποία εφαρμόζουν την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η αμοιβαία αναγνώριση σημαίνει ότι οι δικαστικές αρχές (δικαστήρια, δικαστές, εισαγγελείς) ενός κράτους μέλους αναγνωρίζουν τις αποφάσεις των δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους ως ισοδύναμες εκείνων που λαμβάνονται στο κράτος τους. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα μέσα αυτά υπάρχουν στις ακόλουθες υποσελίδες:

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/06/2015

Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.
Η Επιτροπή επικαιροποιεί επί του παρόντος μέρος του περιεχομένου του ιστοτόπου λόγω της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν στο περιεχόμενο του ιστοτόπου δεν λαμβάνεται ακόμη υπόψη η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για ακούσιο σφάλμα και θα γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις.